Εργοστάσιο Ζάχαρης: Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

106512-evz-thumb-largeΣυνήλθε εχθές, 15 Ιουλίου 2014, το διοικητικό συμβούλιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης και αποφάσισε οριστικά το κλείσιμο των ζαχαρουργείων της στην Ορεστιάδα και στις Σέρρες, αποφάσισε δηλαδή ένα καίριο χτύπημα στην οικονομία των δύο αυτών πόλεων και κατ’ επέκταση των δύο αυτών νομών.

Είναι μια εξέλιξη που όλοι όσοι παραβρεθήκαμε στην προχθεσινή σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αθήνα διαβλέπαμε ότι θα ακολουθήσει.

Παρά τις τεσσεράμισι ώρες συνεχούς και επίπονης ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των μελών της διοίκησης της βιομηχανίας, του εκκαθαριστή της Αγροτικής Τράπεζας, η οποία αποτελεί και το βασικό μέτοχο της ΕΒΖ Α.Ε., εκπροσώπων της εταιρίας συμβούλων Kantor που εκπόνησε για λογαριασμό της βιομηχανίας σχέδιο αναδιάρθρωσής της, δύο υφυπουργών του Έβρου, ενός αναπληρωτή υπουργού και βουλευτών των Σερρών, εκπροσώπων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού τοπικής αυτοδιοίκησης και των δύο νομών, εκπροσώπων των εργαζομένων και των αγροτών και των δύο ζαχαρουργείων, στο τέλος δε και του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών, κου Σταϊκούρα, καμία πρόοδος δεν επετεύχθη στο θέμα του κλεισίματος των δύο εργοστασίων.

Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΒΖ Α.Ε., το οποίο αποτελεί εκτελεστικό όργανο της κυβέρνησης, είχε ήδη αποφασίσει να κλείσει τα ζαχαρουργεία της Ορεστιάδας και των Σερρών, αποδεχόμενο το σχέδιο αναδιάρθρωσης των συμβούλων της Kantor. Κανείς δεν άκουγε και δεν λάμβανε υπόψη τα αντίθετα επιχειρήματα, αυτά δηλαδή που στήριζαν την απρόσκοπτη λειτουργία και των τριών ζαχαρουργείων της βιομηχανίας.

Απορίας άξιο είναι το γεγονός (όχι βέβαια γι’ αυτούς που γνωρίζουν όλα όσα συμβαίνουν στους κόλπους της βιομηχανίας όλα αυτά τα χρόνια) ότι όλοι αυτοί οι ειδικοί τηρούν άκαμπτη στάση για την τύχη των δύο εργοστασίων και κατ’ επέκταση για το μέλλον της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, όταν ακόμα και ένας μέσος πολίτης με απλές οικονομικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις μπορεί να αντιληφθεί ότι η ελληνική βιομηχανία ζάχαρης μπορεί να είναι όχι μόνο βιώσιμη αλλά και κερδοφόρα.

Πράγματι από τις δημοσιευμένες ετήσιες οικονομικές εκθέσεις της προκύπτει ότι πρόκειται για μια πολύ σημαντική μεταποιητική βιομηχανία της χώρας με μεγάλο κύκλο εργασιών, ο οποίος ακόμη και μετά την αναγκαστική μείωση, λόγω της πολιτικής της ευρωπαϊκής ένωσης, της παραγωγής της στο μισό και συγκεκριμένα στους 158.702 τόνους, παρέμενε και παραμένει υψηλός, μια βιομηχανία με μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία, χωρίς μεγάλες υποθήκες ή άλλες δεσμεύεις στα περιουσιακά της στοιχεία, χωρίς βάρη ή άλλες σοβαρές οφειλές, με μοναδική οφειλή ένα φυσιολογικό για τον κύκλο εργασιών της και εξυπηρετούμενο βραχυπρόθεσμο δάνειο. Ενδεικτικά ο κύκλος εργασιών της ακόμα και σ’ αυτά τα χρόνια της ύφεσης ανήλθε στο ποσό των 228.354.811 ευρώ για το έτος 2012-2013, στο ποσό των 228.965.927 ευρώ για το έτος 2011-2012, ενώ για το εννιάμηνο 1-7-2013 έως και 31-3-2014 οι πωλήσεις ανέρχονται στο ποσό των 139.034.116 ευρώ. Μόλις δε πριν από μια πενταετία η βιομηχανία επεξεργαζόταν ζαχαρότευτλα από 400.000 στρέμματα και παρήγαγε όλη την ποσότητα των 158.702 τόνων ζάχαρης που δικαιούται η χώρα να παράγει. Πολύ σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι η πολύχρονη παρουσία της βιομηχανίας έχει δημιουργήσει υψηλή τεχνογνωσία στις περιοχές στις οποίες λειτουργούν τα εργοστάσιά της, τεχνογνωσία η οποία θα αποτελέσει πλεονέκτημα για τη χώρα μας κατά την επαναδιαπραγμάτευση των ποσοστώσεων στα πλαίσια της ΚΑΠ το έτος 2017, εφόσον βέβαια τα εργοστάσια παραμένουν ανοιχτά.

Αυτό που συνέβη τις τρεις τελευταίες χρονιές, τις χρονιές δηλαδή που μπήκαν και στο στόχαστρο της εταιρίας συμβούλων, από τις οποίες σημειωτέον η μία τυγχάνει και κερδοφόρα (2011-2012 κέρδη 2.956.642 ευρώ), είναι ότι μειώθηκαν κατά πολύ τα καλλιεργούμενα με ζαχαρότευτλα στρέμματα αγροτεμαχίων, με αποτέλεσμα η βιομηχανία να παρουσιάσει ζημίες, που οφείλονται στην αύξηση του κόστους παραγωγής εξαιτίας της μείωσης των επεξεργασθέντων ποσοτήτων.

Από κανέναν όμως δεν αναφέρεται η αιτία της ραγδαίας μείωσης των καλλιεργούμενων στρεμμάτων που δεν είναι άλλη από την εξόφθαλμα σκόπιμη πολιτική της κυβέρνησης, με εκτελεστικό όργανο τη διοίκηση της βιομηχανίας, να μειώσει την παραγωγή, στόχο που πέτυχε με τη μεγάλη και αδικαιολόγητη, κατά την τελευταία τριετία, μείωση των τιμών που δόθηκαν στους παραγωγούς, με τη δημιουργία κλίματος αναξιοπιστίας μεταξύ της βιομηχανίας και των παραγωγών, το οποίο επετεύχθη με τις συνεχείς καθυστερήσεις στις ανακοινώσεις των αποφάσεών της για τις τιμές, με την προχειρότητα στην εφαρμογή του προγράμματος ολοκληρωμένης διαχείρισης παραγωγής τεύτλων όσον αφορά την ενημέρωση των παραγωγών για τις δεσμεύσεις και τις κυρώσεις αυτού, με τη μη πληρωμή έως σήμερα του ποσού που έπρεπε να καταβληθεί στους παραγωγούς στα πλαίσια του προγράμματος αυτού, καθώς και με την καθυστέρηση στην καταβολή της συνδεδεμένης ενίσχυσης μέσω της ΚΑΠ, όπως κυβέρνηση και βιομηχανία υποσχέθηκαν στους καλλιεργητές.

Όλα τα παραπάνω δημιούργησαν αβεβαιότητα και ανασφάλεια στους αγρότες, με αποτέλεσμα να τους οδηγήσουν στη σταδιακή εγκατάλειψη της καλλιέργειας ζαχαρότευτλων και στη στροφή σε άλλες καλλιέργειες. Έτσι φτάσαμε το φετινό καλλιεργητικό έτος να σπαρθούν μόνο 78.000 περίπου στρέμματα, ενώ πριν από πέντε μόλις χρόνια καλλιεργούνταν 400.000 στρέμματα περίπου σε όλη τη χώρα.

Ποιο θα είναι όμως το κέρδος από το κλείσιμο των δύο εργοστασίων; Κατά την άποψη της διοίκησης και της κυβέρνησης η μείωση των λειτουργικών εξόδων θα μειώσει το κόστος παραγωγής, κατά την άποψή μας το αποτέλεσμα δεν θα είναι άλλο παρά η μεγαλύτερη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, διότι κανείς παραγωγός δεν πρόκειται να καλλιεργήσει ζαχαρότευτλα δίπλα σε ένα κλειστό ζαχαρουργείο και επομένως πολύ γρήγορα το κόστος παραγωγής, αντί να μειωθεί όπως υποστηρίζουν, θα αυξηθεί.

Μοναδική λύση αποτελεί η παροχή κινήτρων στους παραγωγούς για την αύξηση της καλλιέργειας ζαχαρότευτλων, με την αύξηση της τιμής τους, με την καταβολή του ποσού της ολοκληρωμένης διαχείρισης, με την καταβολή της συνδεδεμένης ενίσχυσης, καθώς και με την αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των παραγωγών και της βιομηχανίας.

Όπως, όμως, αποδείχθηκε η απόφαση έχει ήδη ληφθεί εδώ και χρόνια και είναι η απαξίωση της ελληνικής βιομηχανίας ζάχαρης και η πώλησή της έναντι πινακίου φακής σε υποψήφιους αγοραστές – εκλεκτούς των κυβερνώντων μας.

Τι μας απομένει από εδώ και πέρα; Κατά την άποψή μας, την οποία καταθέσαμε δημόσια και νωρίτερα, περιλαμβάνεται δε στον πυλώνα του προγράμματος της παράταξής μας που αναφέρεται στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας, απαιτείται η άμεση και σοβαρή ενασχόληση με το θέμα αυτό των Δήμων στα όρια των οποίων βρίσκονται τα εργοστάσια, η διερεύνηση με ειδικούς επιστήμονες της πραγματικής οικονομικής θέσης της βιομηχανίας και στη συνέχεια η κατάρτιση επιστημονικής πρότασης και η διεκδίκηση της διαχείρισης των εργοστασίων από αυτούς, σε συνεργασία ίσως και με άλλους τοπικούς φορείς.

Την κρίσιμη αυτή εποχή για τη χώρα και τους πολίτες η τοπική αυτοδιοίκηση οφείλει να πάρει τη θέση που της αρμόζει, να προστατεύσει τους δημότες από την ασυδοσία των κυβερνώντων, να υπερασπιστεί τις τοπικές πλουτοπαραγωγικές πηγές και να διεκδικήσει το σχεδιασμό και τη διαχείριση της τοπικής ανάπτυξης.